Το 2016, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση (ΕΕ 2017/1283) σχετικά με δύο φορολογικές αποφάσεις τύπου tax rulings που εκδόθηκαν από τις ιρλανδικές φορολογικές αρχές στις 29 Ιανουαρίου 1991 και στις 23 Μαΐου 2007 υπέρ της Apple Sales International (ASI) και της Apple Operations Europe (AOE), οι οποίες καίτοι μεν ήταν εταιρίες που συστάθηκαν στην Ιρλανδία, εντούτοις δεν είχαν τη φορολογική τους κατοικία εκεί. Οι προσβαλλόμενες φορολογικές αποφάσεις ενέκριναν τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν η ASI και η AOE για τον καθορισμό των φορολογητέων κερδών τους στην Ιρλανδία, αναφορικά με την εμπορική δραστηριότητα των αντίστοιχων ιρλανδικών υποκαταστημάτων τους. Με τις εν λόγω αποφάσεις η Ιρλανδία «παραιτούνταν» ουσιαστικά από φόρους τους οποίους θα έπρεπε να έχει εισπράξει από τα υποκαταστήματα της ASI και της AOE.
Η φορολογική απόφαση του 1991 παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 2007, οπότε και αντικαταστάθηκε από τη φορολογική απόφαση του 2007. Η φορολογική απόφαση του 2007 παρέμεινε έκτοτε σε ισχύ μέχρι την έναρξη λειτουργίας της νέας επιχειρηματικής δομής της Apple στην Ιρλανδία το 2014.


Με την απόφασή της, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω φορολογικές αποφάσεις συνιστούσαν κρατική ενίσχυση που τέθηκε παράνομα σε εφαρμογή από την Ιρλανδία. Η ενίσχυση κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και για το λόγο αυτό η Επιτροπή ζήτησε την ανάκτηση της. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής, η Ιρλανδία είχε χορηγήσει στην Apple 13 δισεκατομμύρια ευρώ με τη μορφή παράνομων φορολογικών πλεονεκτημάτων.


Η Ιρλανδία (υπόθεση T-778/16) και η ASI και η AOE (υπόθεση T892/16) υποστήριξαν ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής. Με την πρόσφατη απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι υπήρχε πλεονέκτημα σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ.
Σύμφωνα με την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή εσφαλμένα ισχυρίστηκε ότι η ASI και η AOE είχαν λάβει έναν επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα και, κατ’ επέκταση, κρατική ενίσχυση. Το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησε τις εκτιμήσεις της Επιτροπής αναφορικά με τη συνήθη φορολόγηση σύμφωνα με το εφαρμοστέο στην υπό κρίση υπόθεση ιρλανδικό φορολογικό δίκαιο, ιδίως σχετικά με τα εργαλεία που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, όπως η αρχή των ίσων αποστάσεων, προκειμένου να ελέγξει αν το επίπεδο των φορολογητέων κερδών που καταλογίζεται από τις ιρλανδικές φορολογικές αρχές αντιστοιχεί σε εκείνο που θα είχε επιτευχθεί υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο θεωρεί ότι η Επιτροπή εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ιρλανδικές φορολογικές αρχές είχαν χορηγήσει στην ASI και στην AOE ένα πλεονέκτημα, λόγω του μη καταλογισμού των αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας της Apple, τα οποία κατέχουν η ASI και η AOE, και κατά συνέπεια, λόγω της μη κατανομής του συνόλου των εσόδων από τις συναλλαγές της ASI και της AOE, που προέρχονται από τις πωλήσεις του Ομίλου της Apple εκτός Βόρειας και Νότιας Αμερικής, στα ιρλανδικά υποκαταστήματά τους. Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι το συγκεκριμένο εισόδημα αντιπροσώπευε την αξία των δραστηριοτήτων που πράγματι διεξάγονταν από τα ίδια τα ιρλανδικά υποκαταστήματα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός μεν τις δραστηριότητες και τις λειτουργίες που πραγματοποιούσαν τα εν λόγω υποκαταστήματα, και αφετέρου τις στρατηγικές αποφάσεις που λαμβάνονταν και εφαρμόζονταν εκτός των υποκαταστημάτων.


Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει, στη συλλογιστική αναφορικά με τις θυγατρικές του ομίλου, μεθοδολογικά σφάλματα των προσβαλλόμενων φορολογικών αποφάσεων, τα οποία θα οδηγούσαν σε μείωση των φορολογητέων κερδών της ASI και της AOE στην Ιρλανδία. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει τον ελλιπή και ενίοτε ασυνεπή χαρακτήρα των προσβαλλομένων φορολογικών αποφάσεων, τα ελαττώματα που εντόπισε η Επιτροπή δεν επαρκούν από μόνα τους, για να αποδείξουν την ύπαρξη πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.


Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, με τους ισχυρισμούς που επικαλέσθηκε επικουρικά, ότι οι προσβαλλόμενες φορολογικές αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα της διακριτικής ευχέρειας που άσκησαν οι ιρλανδικές φορολογικές αρχές και ότι, ως εκ τούτου, η ASI και η AOE είχαν λάβει επιλεκτικό πλεονέκτημα. Κατόπιν τούτων, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται σύμφωνα με το νόμο ότι υπήρχε συγκριτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ.

Επικοινωνία: Κατερίνα Σαββαΐδου, Επίκουρη Καθηγήτρια ΑΠΘ, Κάτοχος της Έδρας, ADIT
Βασιλική Αθανασάκη, Διδάκτωρ Δημοσίου και Φορολογικού Δικαίου, ADIT, Ερευνήτρια της Έδρας